Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Πρότυπα ομορφιάς...


Leve Frederic Louis A harem Beauty Seated On A Leopard Skin
Η Χρυσαυγή ήταν άσχημη! Αυθεντικά άσχημη, σου λέω...

Τεράστιο μέτωπο, γαμψή μύτη, μαλλιά που κρέμονταν σαν μαρουλόφυλλα αριστερά και δεξιά από το πρόσωπό της. Στόμα; Τεράστιο, με δόντια πεταχτά, μεγάλα και κίτρινα από τον καφέ και το τσιγάρο. Παχιά, όχι δεν ήταν... αλλά καμπούριαζε και μετά τα πενήντα, που τη χτύπησε η οστεοαρθρίτιδα στο γόνατο, κούτσαινε κιόλας. Το δέρμα της θύμιζε πετσί, ξεραμένο στον ήλιο και μαυρισμένο από τον καιρό. Κι όταν γελούσε... τα δόντια της πετάγονταν ακόμα περισσότερο. Πετάγονταν και οι μύες του λαιμού και το δέρμα τεντωνόταν στις κλείδες...χάλια!

Ήταν η αγαπημένη μου γειτόνισσα. Και της μάνας και του πατέρα, και όποιου τη συναντούσε. Τη θαύμαζα τόσο που ακόμα και σήμερα πιάνω τον εαυτό μου να τη σκέφτεται σαν μία από τις πιο γοητευτικές γυναίκες που γνώρισα. Γίνεται; Θα μου πεις!

Κι όμως γίνεται! Πώς; Δεν έχω ιδέα! Δεν μπορώ να περιγράψω αυτή την οξύμωρη μεταμόρφωση που συντελούνταν μπροστά στα μάτια μας κάθε μέρα.
Τη θυμάμαι να φοράει συχνά ένα μοβ φουστάνι ινδικό. Ξέρεις, που το ύφασμα είναι σαν γάζα... Δεν την πείραζε που ήταν λίγο διαφανές, σιγά μην την πείραζε...
Καθόταν στην καρέκλα και μάζευε το ένα πόδι στο στήριγμά της. Μάλλον το πονεμένο ήταν, αλλά πού να το καταλάβεις έτσι που άρχιζε να μιλάει και να σε ταξιδεύει μέσα στο χώρο και το χρόνο...
Ότι κι αν έλεγε ήταν σαν να περιέγραφε ταξίδι... Με φωνή μακρόσυρτη, ανατολίτικη και βαριά από το τσιγάρο... Σαν να τραγούδαγε ταξίμια...και τα χέρια να φτιάχνουν και να αγγίζουν αυτό που δεν έβλεπες...θεατρικά... και στο τέλος πάντα γελούσε σαν να ήθελε να σε ξυπνήσει και να πατήσεις πάλι στη γη, απαλά όμως... Σαν να ερχόταν από μακριά αυτό το γέλιο, κελαρυστό, να σε λίκνιζε σιγά σιγά,να σε απόθετε στη γη, και να σου χάιδευε το πρόσωπο φευγαλέα, σαν να πέταξε ένα πουλί πολύ κοντά σου και τώρα πάει , έφυγε και δεν πρόλαβες να το δεις. Μόνο το' νιωσες....
Έλεγε, ας πούμε, για τη λαϊκή, που πήγε και πήρε ντομάτες κατακόκκινες φωτιά, και ζουμερές ζουμερές σαν τη νταρντάνα τη Μαρία την απέναντι... και να σου το γέλιο πάλι, εκεί που εσύ έβλεπες τη Μαρία, ντομάτα και τη ντομάτα Μαρία, να σε προσγειώσει και να ξεκαρδιστείς. Σκέψου να σου περιέγραφε έργα θεατρικά και παραστάσεις μπαλέτου όπου πήγαινε συχνά, λόγω κόρης χορεύτριας.

Ο άντρας της ήταν καθηγητής πανεπιστημίου, παρακαλώ. Η ίδια δήλωνε απλή νοικοκυρά, αν και μόνο απλή δεν ήταν.
Τη θυμάμαι κάποια βράδια ντυμένη κοκέτα να έρχεται στο σπίτι για ένα τσιγαράκι μέχρι να φέρει ο Μάκης τ' αυτοκίνητο. Πώς γινόταν αυτή η μεταμόρφωση; Κραγιόν κόκκινο της φωτιάς πάντα. Και τα μάτια βαμμένα έντονα με μολύβι μαύρο και μάσκαρα πολύ. Και σκουλαρίκια μεγάλα γιατί τα μαλλιά τα είχε κότσο όταν έβγαινε. Κομμωτήριο δεν πήγαινε ποτέ. Τα μαλλιά της τα είχε πάντα μέχρι τους ώμους για να πιάνονται. Τα κούρευε μόνη της και δεν τα έβαφε ποτέ. Φορούσε μαύρα συνήθως για τα επίσημα ή τις βραδυνές εξόδους. Μαύρο ταγέρ, αλλά πάντα με το κάτι του... Θες δαντέλες στα μανίκια, θες σινουά λαιμόκοψη, θες μπουτονιέρα αέρινη και χειροποίητη, πάντα θα ξεχώριζε ακόμα και αν όλες οι γυναίκες της παρέας φορούσαν μαύρο ταγέρ. Και η γόβα, γόβα, δεν πα να πονούσε το γόνατο! Το μοναδικό άγχος της ήταν αν καθάρισε ο λιπαρός λεκές από το κερί στη φούστα. Γιατί πάντα το τσιγάρο το άναβε με το κερί. Στα τραπέζια τότε άναβαν κεριά, όχι για ατμόσφαιρα, όπως τώρα, αλλά για να διώχνουν τον καπνό από τα τσιγάρα. Αυτά τα κεριά χρησιμοποιούσε για να ανάψει το τσιγάρο της. Αποκλειόταν να ανάψει τσιγάρο όταν είχε τελειώσει τη φράση της. Σταματούσε την κουβέντα της στη μέση, έβαζε το τσιγάρο στα χείλη, τεντωνόταν να πάρει το κηροπήγιο και το έγερνε προς το μέρος της για να ανάψει. Σε κρατούσε αιχμάλωτο μέχρι να κατέβει ο καπνός στα πνευμόνια της και μετά συνέχιζε να λέει αυτό που έλεγε. Λερωνόταν συχνά με κερί γιατί συνήθως έγερνε πολύ το κηροπήγιο. Μα όσα χρόνια τη θυμάμαι, η κίνησή της αυτή δεν άλλαξε.

Τους κουραμπιέδες τους ράντιζε με ροδόνερο. Τα έπιπλά της τα γυάλιζε με κερί. Τα μόνα διακοσμητικά που έμπαιναν στο σπίτι της ήταν Γιαννιώτικα ασημικά σκαλισμένα στο χέρι. Τα τραπεζομάντιλα ήταν υφαντά και οι κουρτίνες βελούδο.
Φορούσε παλιά ινδικά φορέματα και είχε τα μαλλιά της ελεύθερα για να πάει στον μπακάλη. Φορούσε μαύρο ταγέρ με γόβες και τα μαλλιά ψηλά για να πάει στο θέατρο. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην την αναγνωρίσεις, είτε έτσι την έβλεπες, είτε αλλιώς. Όχι από την μεγάλη της ασχήμια.  Αλλά από τον αέρα της, την άνεσή της. Την ηρεμία και τη σιγουριά που έδειχνε σε κάθε βήμα της. Τη λάμψη ολοκλήρωσης στα μάτια της.

Αυτή είναι η γυναίκα που θα ήθελα να γίνω.
Η πιο άσχημη γυναίκα που γνώρισα ποτέ.

1 σχόλιο:

μαχαιρης είπε...

Αυτο τωρα τι να ειναι;;
Υμνος στην..Ασχημια;;
Μα οχι...
Βλεπω εναν υμνο στην εσωτερικοτητα...Και την ομορφια της ψυχης...
Αυτο ειναι που χαθηκε σημερα λοιπον..Οι ανθρωποι που παρατηρουν και βλεπουν..Οσα τα ματια δεν μπορουν να δουν...
Γι αυτο και η λατρεια της επιφανειας...
Οταν το μυαλο..Απεργει..
Και την κριση για τα πραγματα..Την κανει η τηλεοραση...!!