Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Μπου!

Έιναι ένα ψυχρό χειμωνιάτικο σούρουπο σ'ένα μάλλον ορεινό χωριό. Κρύο, λάσπη και μυρωδιά απο βρεγμένο χώμα. Σίγουρα θα είχε ρίξει καλή μπόρα το μεσημέρι τώρα όμως ο ουρανός είναι   καθαρός και τα πρώτα αστέρια θα φανούν σε λίγο.
Με μια παρέα περπατάμε προς την πλατεία του χωριού. Τα παπούτσια μας γλυστράνε στο καταλασπωμένο κράσπεδο.
Κάπου στα δεξιά διακρίνω ένα άνοιγμα ανάμεσα στα δέντρα που κρύβουν τη θέα της ρεματιάς. Ένα λιθόστρωτο μονοπατάκι φιδοσέρνεται ανάμεσα στους πυκνούς θάμνους. Η βροχή δεν έχει καταφέρει να ξεπλύνει τη σκόνη και το χώμα που είχε σκεπάσει το φύλλωμά τους. Αντίθετα, έχει φτιάξει ένα γλιτσερό πέπλο απο λασπουριά και σαπισμένα φύλλα που καθώς πέφτει το σκοτάδι φαίνεται όλο και πιο σκούρο, σχεδόν μαύρο...
Παρ'όλο το θλιβερό τοπίο και τη νύχτα που πλησιάζει, η διάθεση της παρέας είναι χαρούμενη και χαλαρή. Χαμογελώ καθώς ενα συνοθύλευμα απο χαρούμενα μουρμουρητά φτάνει στ'αυτιά μου. Δεν ξεχωρίζω λόγια, αλλά δεν μου χρειάζεται αυτό για να νιώσω τους ήχους της νιότης, της ξεγνοιασιάς και του έρωτα, ίσως....
Με πιάνει μια διάθεση να κάνω ζαβολιά..."Πού πάει αυτό το μονοπάτι; Πάμε να δούμε;", λέω.
Άξαφνα οι ήχοι σταματούν. Μια αναπάντεχη σιγαλιά απλώνεται. Ακόμα και τα βήματα που άκουγα να με συντροφεύουν, σταματούν και είναι σαν να σταμάτησε και ο χρόνος. Κρατώ την ανάσα μου σαν να είπα κάτι άπρεπο και περιμένω το πρώτο υποτιμητικό σχόλιο να ακουστεί και να σπάσει την αμήχανη σιωπή που μας τυλίγει μακάβρια. Κι αρχίζει ξαφνικά να ακούγεται ένας σιγανός ήχος, γεμάτος συρριστικά σύμφωνα, μακρόσυρτες συλλαβές και βαθιές ανάσες, που γεμίζει τον ακίνητο αέρα και σιγά σιγά κορυφώνεται σε μια ψιθυριστή πολυφωνία που μου κόβει τα ήπατα! Μια παγωμένη αίσθηση απλώνεται στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου καλύπτοντας το μυαλό μου με την αβεβαιότητα του φόβου. Συνειδητοποιώ αυτό που ξέρουν οι φίλοι και προσπαθούν με ψίθυρους και θροίσματα να μου μεταδώσουν χωρίς να χρειαστεί να κατονομάσουν.
"Κανείςςςς δεν κατεβαίνει στη ρεματιάαααα! Εκείιιι δουλεύουν εκείιιιινοι... Ζούν και δουλεύουν... Σσσσσσιωπηλά, αθθθθόοοορυβα, μυσσσσστικά."
Κανείς δεν ξέρει τί κάνουν. Κανείς δεν ξέρει να σου πεί πόσοι εἰναι, πως μοιάζουν. Κανείς δεν τους έχει δεί. Δεν έχουν καμία επαφή με το χωριό, ούτε είχαν ποτέ. Κανείς δε θυμάται πότε ήρθαν, για ποιό λόγο, αν έφεραν μηχανήματα, εξοπλισμό ή προμήθειες. Κανείς δεν έχει ιδέα πώς τρέφονται, πώς ζουν, αν ζούν... Αν είναι ζωντανοί...
Το χωριό τους ξεχνάει τη μέρα. Η ρουτίνα, η καθημερινότητα, οι εποχιακές εργασίες, δεν αφήνουν χρόνο σε κανέναν να τους σκεφτεί... Ποιός σκέφτεται τις σκιές μέσα στο καταμεσήμερο;
Τα χειμωνιάτικα βράδια όμως, αυτές οι σκιές λές και μακραίνουν και απλώνονται μέσα στο χωριό. Μεγαλώνουν όσο προχωράει το σκοτάδι και καλύπτουν με παγωνιά και φόβο τους δρόμους, τις πόρτες και τα παράθυρα.
Τις ίδιες σκιές νιώθω και εγω να μεγαλώνουν πίσω μου και πάνω μου, να βγαίνουν απο το δρομάκι της ρεματιάς και να απλώνονται στο δρόμο και την πλατεία. Σαν ένα σύννεφο να κάλυψε το φεγγάρι.
Τρομάζω. Η αίσθηση του άγνωστου, του υπερφυσικού, με κάνει να παγώνω και νιώθω την καρδιά μου να χτυπάει στον ουρανίσκο μου. Το στόμα μου ξεραίνεται και προσπαθώ με κόπο να καταπιώ.
Μια άλλη αίσθηση όμως ανεβαίνει σιγά σιγά απο το στήθος μου. Κι αν...