Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Σπίτι μου, σπιτάκι μου!

Ο κυρ-Παναγιώτης πήρε το οικόπεδο όταν κατέβηκε από το χωριό. Γούβα τη λέγανε την περιοχή, και γούβα ήταν, μάζευε όλο το βροχόνερο και λάσπιαζε ο τόπος... Ήταν όμως κοντά στη μεγάλη πλατεία, τρεις δρόμους πίσω από τα "καλά" τα σπίτια, που μένανε οι έμποροι, οι οικογένειες πάνω, και κάτω, στο ισόγειο τα μαγαζιά τους... Φτηνό και το οικόπεδο...
Έφτιαξε με πέτρα δυο δωμάτια. Ένα στη φάτσα και τ' άλλο πίσω. Τα 'κανε μεγάλα όμως, είχε τα σχέδιά του... Περίφραξε και το οικόπεδο, και άφησε χώρο μεγάλο στη φάτσα, άνοιγμα για να περνάει το κάρο με τ' άλογο.
Το μπροστινό το δωμάτιο το' κανε κρασοπωλείο. Στην άκρη στοίβαζε και τα κάρβουνα. Το πρωί φόρτωνε το κάρο με τα κάρβουνα και γύρναγε την πόλη να πουλήσει. Τ' απόγευμα στην ταβέρνα. Ήρθανε κι οι πρόσφυγες μετά, μαζευόταν κόσμος στην ταβέρνα...

 Τ' άλογο τ' αγαπούσε πολύ. Του 'φτιαξε στάβλο, πίσω στην αυλή με το πατημένο χώμα, έβαλε και κρουνό, βρύση, να βλέπει το άλογο το νερό που τρέχει, να μη σιχαίνεται να πιει.  Γιατί το άλογο συχαινόταν όταν πηγαίνανε τα τσορομπίλια και πίνανε νερό από το στόμιο της βρύσης και πλένανε και τα χέρια τους στον κουβά. Τότε ο κυρ-Παναγιώτης τα'διωχνε..."Αμέτε απ' εδώ, μωρέ... Δεν σας είπα μακριά απ' τον κουβά; Θα μου το σκάσετε τ' άλογο..."
Πέντε του 'κανε η κυρά του. Δυο αγόρια, τρία κορίτσια. Είχε προίκες λοιπόν να φτιάξει... Όχι τρεις, δύο... η Παρασκευούλα του γεννήθηκε μες την Κατοχή. Πείνα, κακουχίες, βγήκε άρρωστο το παιδί. Μογγολάκι το λέγανε αλλά δεν ήτανε Μογγολάκι, δικό του παιδί ήτανε και τ' αγαπούσε, μόνο που ήτανε άρρωστο. Προίκα δεν τού 'φτιαξε...
Η κυρά πάστρευε τα τσορομπίλια όλη μέρα, και τ' απόγευμα φύτευε κηπευτικά στην αυλή. Δεν τη λέγανε αυλή τότε. "Πίσω" τη λέγανε... Ήταν ένας χώρος με πατημένο χώμα, το σταύλο και το "αποχωρητήριο" στη μιά πλευρά και τη βρύση στην άλλη. Γύρω γύρω φύτευε η κυρά τα κηπευτικά της να ταίσει τα στόματα...
Στο μεγάλο δωμάτιο, "πίσω" το λέγανε κι αυτό γιατί ήταν πίσω απο την ταβέρνα, ζούσε η οικογένεια. Είχανε και μιά κατσίκα για το γάλα της ένα φεγγάρι.
Μεγαλώνανε τα παιδιά και μεγάλωνε και το σπίτι. Κάνανε κουζίνα και καμπινέ μέσα, κάνανε και ξεχωριστό δωμάτιο για τον κυρ-Παναγιώτη και την κυρά...
Τ' αγόρια φύγανε... ένα στην Αθήνα, ένα στην Αμερική.... Τα κορίτσια μεγαλώνανε κι αυτά, πήγανε Γυμνάσιο, σε λίγο οι γαμπροί θα μπαίνανε στο σπίτι.
Ρίξανε κολώνες, σηκώσανε όροφο... Το πάνω σπίτι των κοριτσιών. Το δώσανε και στις δύο. Τόσο έφτανε η κουβέρτα τους...
Κι όταν με το καλό ήρθαν οι γαμπροί, όλα γίνανε με τη σειρά και καθώς πρέπει... Η μεγάλη παντρεύτηκε στην Αθήνα. Το μερίδιό της το πούλησε στην αδελφή της. Ο γαμπρός της μικρής κρατιόταν από καλό σόι... Πλούσιος, έμενε στο κέντρο, σε συνοικία του καλού κόσμου. Δεν γινόταν να μένει στη Γούβα, πλάι στα προσφυγικά....
Το 'φτιαξε όμως το σπίτι το πάνω, θα το νοίκιαζε.
Κάτω μείνανε οι δυο τους, ο κυρ-Παναγιώτης και η κυρά. Η Παρασκευούλα, έφυγε... την κηδέψανε στης Παναγίας το κοιμητήριο. Στο σπίτι έμεινε ένα πορτραίτο της σε οβάλ κορνίζα.
Ο γιος ο μεγάλος γύρισε. Δεν τον σήκωσε η Αθήνα. Τον μάζεψε και ο κυρ-Παναγιώτης, "'Οσα χαλάς εσύ εκεί μόνος σου, εδώ ζούμε οικογένεια ολόκληρη και βάζουμε και στην πάντα", του 'γραψε...
Ήρθε ο μεγάλος, δούλεψε, έκανε μαγαζί, έκανε εμπόριο, στο τέλος όμως τον κέρδισε η θάλασσα. "Καλά λεφτά, μάνα..."
Το σπίτι, άλλαζε... χτίσανε το στάβλο, τον κάνανε αποθήκη, άλογο δεν είχαν πια, ούτε πόδια είχε πια ο κυρ-Παναγιώτης να γυρίζει την πόλη. Για την ταβέρνα μόνο τον βγάζανε, αλλά του 'κανε η κόρη η μικρή μούτρα, κυρία χρυσοχόου, πια, δεν γινόταν να είναι και κόρη ταβερνιάρη. Κουράστηκε κι ο κυρ-Παναγιώτης και την έκλεισε την ταβέρνα. Να ξεκουραστεί, είπε.
Δυο δωμάτια την κάνανε την ταβέρνα. Έφερε ο γιος ο μεγάλος νύφη προσφυγοπούλα, νοικοκυρά. Κουκλιά τα 'κανε τα δωμάτια. Κρεβατοκάμαρα και σαλόνι. Κουζίνα και μπάνιο κοινά με τα πεθερικά. Να τους φροντίζει, να' χει κι αυτή μια παρέα που 'λειπε ο άντρας της.
Κυρά και νύφη όμως.... δεν πήγανε καλά. Είχε κι η κυρά τα δικά της....Πέντε παιδιά έκανε και 'μεινε με την ξένη. Μα κακία και αδικία μες το σπίτι, το βαρύνανε. Ο κυρ-Παναγιώτης έπεσε στο κρεββάτι. Τα πόδια του είχαν περπατήσει αρκετά. Δεν τον βαστούσαν άλλο. Η νύφη τον αγάπαγε, τον φρόντιζε και μια φορά που 'φυγε η κυρά του στη μεγάλη την κόρη στην Αθήνα, του 'φτιαξε ένα κιλό κιμά μπιφτέκια. Έβρασε και χόρτα και τα φάγαν όλα οι δυο τους μεσημέρι βράδυ. Η κυρά ήταν σφιχτή, πολύ σφιχτή, το φαΐ στο σπίτι πάντα μετρημένο στο πιατάκι το μικρό. Κι η νύφη έγκυος. Λίγδωσε τ' άντερο τους μια βδομάδα που έλειψε η κυρά.
Η εγγόνα του τον τάιζε στο στόμα. Την πίθωνε η μάνα της στο κρεββάτι του και η μικρή του 'κανε χαρές. Οι άλλες οι εγγόνες, οι μεγαλύτερες μέναν μακριά. Οι μεγάλες στην Αθήνα, οι μικρές, σ' άλλον κόσμο. Κι ο εγγονός, είχε το όνομά του, αλλά έμενε στην Αμερική και τον φωνάζανε Πιτ. Τούτη η δω, η τελευταία, ήρθε στο σπίτι και του 'δωσε ζωή. Φύγαν οι υγρασίες του χειμώνα, άναβε η κυρά τη σόμπα λίγο παραπάνω να ζεσταθεί το βρέφος. Του 'χε αδυναμία κι αυτή γιατί είχε τ' όνομά της.
Ένα βράδυ ο κυρ-Παναγιώτης μίλησε στο σπίτι. "Εγώ σε έχτισα αλλά εσύ με στήριξες" του 'πε. "Εγώ φτάνω μέχρι εδώ. Σε σένα αφήνω το σπόρο μου, τη μικρή. Στήριξέ τον κι αυτόν όπως στήριξες και μένα. Σου την εμπιστεύομαι. Στέγασέ την, προστάτεψέ την. Αυτή είναι η δουλειά σου. Να στεγάζεις και να προστατεύεις τη ζωή που ζει μέσα σου. Όσο αντέχεις..."
Έφυγε ο κυρ-Παναγιώτης και το σπίτι, μαύρισε.
Η κυρά λευτερώθηκε, έγινε αφέντρα. Κι όταν φτάσανε οι κουβέντες να γίνουν χοντρές, πήρε ο γιος γυναίκα και παιδί και έφτιαξε σπίτι δικό του. Διαμέρισμα σε πολυκατοικία. Βοήθησε κι η νύφη, πούλησε την προίκα της, δούλεψε, ξενύχτησε.
Και γύρισε ο καιρός, και από πέντε γέννες, αυτή ήταν που έδωσε στην πεθερά της το τελευταίο ποτήρι νερό. Η ξένη.
Το σπίτι πάλιωσε... Η νύφη το πόναγε όμως...ήταν η προίκα της κόρης της.... Κάθε φορά που φεύγανε από το σπίτι, απο επίσκεψη στη γιαγιά, της μίλαγε γι αυτό...Πόσο όμορφα ήταν τα μωσαϊκά, πώς θα μεγάλωνε ο χώρος αν μετέφεραν το μπάνιο στο πίσω δωμάτιο, πώς θα έδειχνε η αυλή πλακοστρωμένη....
Κι όταν η κόρη μεγάλωσε και μπορούσε πια να υπογράψει για να πάρει το σπίτι, πουλήσανε το διαμέρισμα. Έβαλαν μαστόρους, ρίξανε τοίχους, χτίσανε άλλους, έξι μήνες το πάλευαν...
Το σπίτι έγινε καινούριο. Έλαμπε. Το μόνο που δεν πειράξανε ήταν η πόρτα. Παλιά, σιδερένιος σκελετός και τζάμι για να μπαίνει το φως.
Το δωμάτιο που ήταν η ταβέρνα το δώσανε στην κόρη. Εκεί που τη φτιάξανε, εκεί κοιμότανε... κι όταν μετά από λίγα χρόνια ήρθε ο γαμπρός να τη ζητήσει, ο γιος κι η νύφη του κυρ-Παναγιώτη νοικιάσανε ένα διαμέρισμα και στείλανε εκεί τα πράγματά τους.
"Το σπίτι είναι δικό σου, της είπαν. Στέγασε και προστάτεψε την οικογένειά μας πάνω από μισόν αιώνα. Μην το πουλήσεις."
Ένα βράδυ, λίγο πριν το γάμο της, είχε μείνει μέχρι αργά να τακτοποιήσει δώρα και να ετοιμάσει πράγματα. Όταν τελείωσε κάθισε στον ολοκαίνουριο καναπέ και κοίταξε γύρω της.
"Το σπίτι δεν είναι δικό μου", σκέφτηκε. "Με στεγάζει και με προστατεύει, όπως στέγασε και προστάτεψε τόσους ανθρώπους πριν από μένα. Το σπίτι ήταν εδώ όταν γεννήθηκαν και όταν πέθαναν οι άνθρωποι που είναι η ιστορία μου, το παρελθόν μου. Είναι εδώ για να στεγάσει και να προστατέψει το παρόν και το μέλλον μου." Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε το σπίτι πραγματικά δικό της.

Το σπίτι είχε γεράσει... Οι τοίχοι έβγαζαν υγρασία κάθε χειμώνα. Κάθε καλοκαίρι το έβαφαν και το χειμώνα μάζευε ξανά. Ο γαμπρός ήταν νοικοκυρόπαιδο. Δεν το άφηνε, κάθε ζημιά διορθωνόταν αμέσως. Στα τέσσερα χρόνια του γάμου τους το ανακαίνισαν. Στα εννιά πάλι. Είχαν πια και ένα αγόρι. Το κοίμιζαν στο δωμάτιο που ήταν ταβέρνα. Έπαιζε στην αυλή όπου κάποτε ο κυρ-Παναγιώτης ξύστριζε το άλογο και έδιωχνε τα τσορομπίλια που γυρνούσαν γύρω γύρω σαν τις μύγες. Του έδειχναν πού ήταν η βρύση παλιά και του εξηγούσαν ποιος ήταν αυτός που ο δρόμος τους είχε το όνομά του.

Όσες ανακαινίσεις κι αν έκαναν, δεν άλλαξαν ποτέ την πόρτα. Κράτησαν την παλιά σιδερένια πόρτα με το τζάμι. Η εγγονή του κυρ-Παναγιώτη επέμενε. Έλεγε ότι ο ήχος που κάνει η πόρτα κάθε φορά που κλείνει, της θυμίζει ότι είναι στο σπίτι της. Αυτό όμως ήταν ψέμα. Ο ήχος της πόρτας που κλείνει και μετά τα βήματα στο διάδρομο, της δείχνουν ότι κάποιος δικός της μπήκε στο σπίτι.

2 σχόλια:

μαχαιρης είπε...

Nα λοιπον και η "αντιθετη" αποψη απο τη δικη μου...Οπως και μεις..Αυτοι, αφησαν την παλια σιδερενια πορτα..!!
Να "σημαδευει" τον ερχομο του "δικου μας" ανθρωπου..
Ομως..Η ζωη και η ιστορια του σπιτιου..Γινεται απο τον ιδρωτα, και τον αχνο της αναπνοης...Οσων μενουν μεσα...
Και λεω..
Να θελουν αραγε παντα...
Να ιδρωνουν στο παλιο "σαραι" οι νεες γεννιες;;;
Ως ποτε;;
Και γιατι;;

Hermine είπε...

Είναι δύκολο αυτό που λές Μαχαίρη, το να ιδρώνουν στο παλιό σαράι οι νέες γενιές.
Πρώτον γιατί θέλει πολύ κόπο το να συντηρήσεις οτιδήποτε, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μερικές φορές περισσότερο κόπο απ' ότι να το φτιάξεις. Αυτό θα πρέπει να το ξέρεις και απο τη δουλειά σου.
Δεύτερον γιατί οι νέες γενιές θέλουν να βρούν τον εαυτό τους, να δημιουργήσουν. Και αυτό δεν γίνεται μέσα στη φωλιά.
Στην ιστορία μου έσμιξαν δύο νέοι άνθρωποι με αγάπη και νοσταλγία για την Ιστορία της οικογένειας.
Δεν είναι όμως όλοι έτσι.
Όσο για το θέμα της ιδιοκτησίας...
Σίγουρα θα ήταν μεγάλη βοήθεια για ένα νέο ζευγάρι να του παραχωρείται ένα σπίτι. Αλλά και το να φτιάξεις το χώρο σου και να προσπαθήσεις για αυτόν, δίνει νόημα, σε κάνει να δένεσαι μ' έναν χώρο, με έναν τόπο. Κακά τα ψέματα, κάτι δικό σου το αγαπάς περισσότερο.