Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Σπίτι μου, σπιτάκι μου!

Ο κυρ-Παναγιώτης πήρε το οικόπεδο όταν κατέβηκε από το χωριό. Γούβα τη λέγανε την περιοχή, και γούβα ήταν, μάζευε όλο το βροχόνερο και λάσπιαζε ο τόπος... Ήταν όμως κοντά στη μεγάλη πλατεία, τρεις δρόμους πίσω από τα "καλά" τα σπίτια, που μένανε οι έμποροι, οι οικογένειες πάνω, και κάτω, στο ισόγειο τα μαγαζιά τους... Φτηνό και το οικόπεδο...
Έφτιαξε με πέτρα δυο δωμάτια. Ένα στη φάτσα και τ' άλλο πίσω. Τα 'κανε μεγάλα όμως, είχε τα σχέδιά του... Περίφραξε και το οικόπεδο, και άφησε χώρο μεγάλο στη φάτσα, άνοιγμα για να περνάει το κάρο με τ' άλογο.
Το μπροστινό το δωμάτιο το' κανε κρασοπωλείο. Στην άκρη στοίβαζε και τα κάρβουνα. Το πρωί φόρτωνε το κάρο με τα κάρβουνα και γύρναγε την πόλη να πουλήσει. Τ' απόγευμα στην ταβέρνα. Ήρθανε κι οι πρόσφυγες μετά, μαζευόταν κόσμος στην ταβέρνα...

 Τ' άλογο τ' αγαπούσε πολύ. Του 'φτιαξε στάβλο, πίσω στην αυλή με το πατημένο χώμα, έβαλε και κρουνό, βρύση, να βλέπει το άλογο το νερό που τρέχει, να μη σιχαίνεται να πιει.  Γιατί το άλογο συχαινόταν όταν πηγαίνανε τα τσορομπίλια και πίνανε νερό από το στόμιο της βρύσης και πλένανε και τα χέρια τους στον κουβά. Τότε ο κυρ-Παναγιώτης τα'διωχνε..."Αμέτε απ' εδώ, μωρέ... Δεν σας είπα μακριά απ' τον κουβά; Θα μου το σκάσετε τ' άλογο..."
Πέντε του 'κανε η κυρά του. Δυο αγόρια, τρία κορίτσια. Είχε προίκες λοιπόν να φτιάξει... Όχι τρεις, δύο... η Παρασκευούλα του γεννήθηκε μες την Κατοχή. Πείνα, κακουχίες, βγήκε άρρωστο το παιδί. Μογγολάκι το λέγανε αλλά δεν ήτανε Μογγολάκι, δικό του παιδί ήτανε και τ' αγαπούσε, μόνο που ήτανε άρρωστο. Προίκα δεν τού 'φτιαξε...
Η κυρά πάστρευε τα τσορομπίλια όλη μέρα, και τ' απόγευμα φύτευε κηπευτικά στην αυλή. Δεν τη λέγανε αυλή τότε. "Πίσω" τη λέγανε... Ήταν ένας χώρος με πατημένο χώμα, το σταύλο και το "αποχωρητήριο" στη μιά πλευρά και τη βρύση στην άλλη. Γύρω γύρω φύτευε η κυρά τα κηπευτικά της να ταίσει τα στόματα...
Στο μεγάλο δωμάτιο, "πίσω" το λέγανε κι αυτό γιατί ήταν πίσω απο την ταβέρνα, ζούσε η οικογένεια. Είχανε και μιά κατσίκα για το γάλα της ένα φεγγάρι.
Μεγαλώνανε τα παιδιά και μεγάλωνε και το σπίτι. Κάνανε κουζίνα και καμπινέ μέσα, κάνανε και ξεχωριστό δωμάτιο για τον κυρ-Παναγιώτη και την κυρά...
Τ' αγόρια φύγανε... ένα στην Αθήνα, ένα στην Αμερική.... Τα κορίτσια μεγαλώνανε κι αυτά, πήγανε Γυμνάσιο, σε λίγο οι γαμπροί θα μπαίνανε στο σπίτι.
Ρίξανε κολώνες, σηκώσανε όροφο... Το πάνω σπίτι των κοριτσιών. Το δώσανε και στις δύο. Τόσο έφτανε η κουβέρτα τους...
Κι όταν με το καλό ήρθαν οι γαμπροί, όλα γίνανε με τη σειρά και καθώς πρέπει... Η μεγάλη παντρεύτηκε στην Αθήνα. Το μερίδιό της το πούλησε στην αδελφή της. Ο γαμπρός της μικρής κρατιόταν από καλό σόι... Πλούσιος, έμενε στο κέντρο, σε συνοικία του καλού κόσμου. Δεν γινόταν να μένει στη Γούβα, πλάι στα προσφυγικά....
Το 'φτιαξε όμως το σπίτι το πάνω, θα το νοίκιαζε.
Κάτω μείνανε οι δυο τους, ο κυρ-Παναγιώτης και η κυρά. Η Παρασκευούλα, έφυγε... την κηδέψανε στης Παναγίας το κοιμητήριο. Στο σπίτι έμεινε ένα πορτραίτο της σε οβάλ κορνίζα.
Ο γιος ο μεγάλος γύρισε. Δεν τον σήκωσε η Αθήνα. Τον μάζεψε και ο κυρ-Παναγιώτης, "'Οσα χαλάς εσύ εκεί μόνος σου, εδώ ζούμε οικογένεια ολόκληρη και βάζουμε και στην πάντα", του 'γραψε...
Ήρθε ο μεγάλος, δούλεψε, έκανε μαγαζί, έκανε εμπόριο, στο τέλος όμως τον κέρδισε η θάλασσα. "Καλά λεφτά, μάνα..."
Το σπίτι, άλλαζε... χτίσανε το στάβλο, τον κάνανε αποθήκη, άλογο δεν είχαν πια, ούτε πόδια είχε πια ο κυρ-Παναγιώτης να γυρίζει την πόλη. Για την ταβέρνα μόνο τον βγάζανε, αλλά του 'κανε η κόρη η μικρή μούτρα, κυρία χρυσοχόου, πια, δεν γινόταν να είναι και κόρη ταβερνιάρη. Κουράστηκε κι ο κυρ-Παναγιώτης και την έκλεισε την ταβέρνα. Να ξεκουραστεί, είπε.
Δυο δωμάτια την κάνανε την ταβέρνα. Έφερε ο γιος ο μεγάλος νύφη προσφυγοπούλα, νοικοκυρά. Κουκλιά τα 'κανε τα δωμάτια. Κρεβατοκάμαρα και σαλόνι. Κουζίνα και μπάνιο κοινά με τα πεθερικά. Να τους φροντίζει, να' χει κι αυτή μια παρέα που 'λειπε ο άντρας της.
Κυρά και νύφη όμως.... δεν πήγανε καλά. Είχε κι η κυρά τα δικά της....Πέντε παιδιά έκανε και 'μεινε με την ξένη. Μα κακία και αδικία μες το σπίτι, το βαρύνανε. Ο κυρ-Παναγιώτης έπεσε στο κρεββάτι. Τα πόδια του είχαν περπατήσει αρκετά. Δεν τον βαστούσαν άλλο. Η νύφη τον αγάπαγε, τον φρόντιζε και μια φορά που 'φυγε η κυρά του στη μεγάλη την κόρη στην Αθήνα, του 'φτιαξε ένα κιλό κιμά μπιφτέκια. Έβρασε και χόρτα και τα φάγαν όλα οι δυο τους μεσημέρι βράδυ. Η κυρά ήταν σφιχτή, πολύ σφιχτή, το φαΐ στο σπίτι πάντα μετρημένο στο πιατάκι το μικρό. Κι η νύφη έγκυος. Λίγδωσε τ' άντερο τους μια βδομάδα που έλειψε η κυρά.
Η εγγόνα του τον τάιζε στο στόμα. Την πίθωνε η μάνα της στο κρεββάτι του και η μικρή του 'κανε χαρές. Οι άλλες οι εγγόνες, οι μεγαλύτερες μέναν μακριά. Οι μεγάλες στην Αθήνα, οι μικρές, σ' άλλον κόσμο. Κι ο εγγονός, είχε το όνομά του, αλλά έμενε στην Αμερική και τον φωνάζανε Πιτ. Τούτη η δω, η τελευταία, ήρθε στο σπίτι και του 'δωσε ζωή. Φύγαν οι υγρασίες του χειμώνα, άναβε η κυρά τη σόμπα λίγο παραπάνω να ζεσταθεί το βρέφος. Του 'χε αδυναμία κι αυτή γιατί είχε τ' όνομά της.
Ένα βράδυ ο κυρ-Παναγιώτης μίλησε στο σπίτι. "Εγώ σε έχτισα αλλά εσύ με στήριξες" του 'πε. "Εγώ φτάνω μέχρι εδώ. Σε σένα αφήνω το σπόρο μου, τη μικρή. Στήριξέ τον κι αυτόν όπως στήριξες και μένα. Σου την εμπιστεύομαι. Στέγασέ την, προστάτεψέ την. Αυτή είναι η δουλειά σου. Να στεγάζεις και να προστατεύεις τη ζωή που ζει μέσα σου. Όσο αντέχεις..."
Έφυγε ο κυρ-Παναγιώτης και το σπίτι, μαύρισε.
Η κυρά λευτερώθηκε, έγινε αφέντρα. Κι όταν φτάσανε οι κουβέντες να γίνουν χοντρές, πήρε ο γιος γυναίκα και παιδί και έφτιαξε σπίτι δικό του. Διαμέρισμα σε πολυκατοικία. Βοήθησε κι η νύφη, πούλησε την προίκα της, δούλεψε, ξενύχτησε.
Και γύρισε ο καιρός, και από πέντε γέννες, αυτή ήταν που έδωσε στην πεθερά της το τελευταίο ποτήρι νερό. Η ξένη.
Το σπίτι πάλιωσε... Η νύφη το πόναγε όμως...ήταν η προίκα της κόρης της.... Κάθε φορά που φεύγανε από το σπίτι, απο επίσκεψη στη γιαγιά, της μίλαγε γι αυτό...Πόσο όμορφα ήταν τα μωσαϊκά, πώς θα μεγάλωνε ο χώρος αν μετέφεραν το μπάνιο στο πίσω δωμάτιο, πώς θα έδειχνε η αυλή πλακοστρωμένη....
Κι όταν η κόρη μεγάλωσε και μπορούσε πια να υπογράψει για να πάρει το σπίτι, πουλήσανε το διαμέρισμα. Έβαλαν μαστόρους, ρίξανε τοίχους, χτίσανε άλλους, έξι μήνες το πάλευαν...
Το σπίτι έγινε καινούριο. Έλαμπε. Το μόνο που δεν πειράξανε ήταν η πόρτα. Παλιά, σιδερένιος σκελετός και τζάμι για να μπαίνει το φως.
Το δωμάτιο που ήταν η ταβέρνα το δώσανε στην κόρη. Εκεί που τη φτιάξανε, εκεί κοιμότανε... κι όταν μετά από λίγα χρόνια ήρθε ο γαμπρός να τη ζητήσει, ο γιος κι η νύφη του κυρ-Παναγιώτη νοικιάσανε ένα διαμέρισμα και στείλανε εκεί τα πράγματά τους.
"Το σπίτι είναι δικό σου, της είπαν. Στέγασε και προστάτεψε την οικογένειά μας πάνω από μισόν αιώνα. Μην το πουλήσεις."
Ένα βράδυ, λίγο πριν το γάμο της, είχε μείνει μέχρι αργά να τακτοποιήσει δώρα και να ετοιμάσει πράγματα. Όταν τελείωσε κάθισε στον ολοκαίνουριο καναπέ και κοίταξε γύρω της.
"Το σπίτι δεν είναι δικό μου", σκέφτηκε. "Με στεγάζει και με προστατεύει, όπως στέγασε και προστάτεψε τόσους ανθρώπους πριν από μένα. Το σπίτι ήταν εδώ όταν γεννήθηκαν και όταν πέθαναν οι άνθρωποι που είναι η ιστορία μου, το παρελθόν μου. Είναι εδώ για να στεγάσει και να προστατέψει το παρόν και το μέλλον μου." Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε το σπίτι πραγματικά δικό της.

Το σπίτι είχε γεράσει... Οι τοίχοι έβγαζαν υγρασία κάθε χειμώνα. Κάθε καλοκαίρι το έβαφαν και το χειμώνα μάζευε ξανά. Ο γαμπρός ήταν νοικοκυρόπαιδο. Δεν το άφηνε, κάθε ζημιά διορθωνόταν αμέσως. Στα τέσσερα χρόνια του γάμου τους το ανακαίνισαν. Στα εννιά πάλι. Είχαν πια και ένα αγόρι. Το κοίμιζαν στο δωμάτιο που ήταν ταβέρνα. Έπαιζε στην αυλή όπου κάποτε ο κυρ-Παναγιώτης ξύστριζε το άλογο και έδιωχνε τα τσορομπίλια που γυρνούσαν γύρω γύρω σαν τις μύγες. Του έδειχναν πού ήταν η βρύση παλιά και του εξηγούσαν ποιος ήταν αυτός που ο δρόμος τους είχε το όνομά του.

Όσες ανακαινίσεις κι αν έκαναν, δεν άλλαξαν ποτέ την πόρτα. Κράτησαν την παλιά σιδερένια πόρτα με το τζάμι. Η εγγονή του κυρ-Παναγιώτη επέμενε. Έλεγε ότι ο ήχος που κάνει η πόρτα κάθε φορά που κλείνει, της θυμίζει ότι είναι στο σπίτι της. Αυτό όμως ήταν ψέμα. Ο ήχος της πόρτας που κλείνει και μετά τα βήματα στο διάδρομο, της δείχνουν ότι κάποιος δικός της μπήκε στο σπίτι.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Πρότυπα ομορφιάς...


Leve Frederic Louis A harem Beauty Seated On A Leopard Skin
Η Χρυσαυγή ήταν άσχημη! Αυθεντικά άσχημη, σου λέω...

Τεράστιο μέτωπο, γαμψή μύτη, μαλλιά που κρέμονταν σαν μαρουλόφυλλα αριστερά και δεξιά από το πρόσωπό της. Στόμα; Τεράστιο, με δόντια πεταχτά, μεγάλα και κίτρινα από τον καφέ και το τσιγάρο. Παχιά, όχι δεν ήταν... αλλά καμπούριαζε και μετά τα πενήντα, που τη χτύπησε η οστεοαρθρίτιδα στο γόνατο, κούτσαινε κιόλας. Το δέρμα της θύμιζε πετσί, ξεραμένο στον ήλιο και μαυρισμένο από τον καιρό. Κι όταν γελούσε... τα δόντια της πετάγονταν ακόμα περισσότερο. Πετάγονταν και οι μύες του λαιμού και το δέρμα τεντωνόταν στις κλείδες...χάλια!

Ήταν η αγαπημένη μου γειτόνισσα. Και της μάνας και του πατέρα, και όποιου τη συναντούσε. Τη θαύμαζα τόσο που ακόμα και σήμερα πιάνω τον εαυτό μου να τη σκέφτεται σαν μία από τις πιο γοητευτικές γυναίκες που γνώρισα. Γίνεται; Θα μου πεις!

Κι όμως γίνεται! Πώς; Δεν έχω ιδέα! Δεν μπορώ να περιγράψω αυτή την οξύμωρη μεταμόρφωση που συντελούνταν μπροστά στα μάτια μας κάθε μέρα.
Τη θυμάμαι να φοράει συχνά ένα μοβ φουστάνι ινδικό. Ξέρεις, που το ύφασμα είναι σαν γάζα... Δεν την πείραζε που ήταν λίγο διαφανές, σιγά μην την πείραζε...
Καθόταν στην καρέκλα και μάζευε το ένα πόδι στο στήριγμά της. Μάλλον το πονεμένο ήταν, αλλά πού να το καταλάβεις έτσι που άρχιζε να μιλάει και να σε ταξιδεύει μέσα στο χώρο και το χρόνο...
Ότι κι αν έλεγε ήταν σαν να περιέγραφε ταξίδι... Με φωνή μακρόσυρτη, ανατολίτικη και βαριά από το τσιγάρο... Σαν να τραγούδαγε ταξίμια...και τα χέρια να φτιάχνουν και να αγγίζουν αυτό που δεν έβλεπες...θεατρικά... και στο τέλος πάντα γελούσε σαν να ήθελε να σε ξυπνήσει και να πατήσεις πάλι στη γη, απαλά όμως... Σαν να ερχόταν από μακριά αυτό το γέλιο, κελαρυστό, να σε λίκνιζε σιγά σιγά,να σε απόθετε στη γη, και να σου χάιδευε το πρόσωπο φευγαλέα, σαν να πέταξε ένα πουλί πολύ κοντά σου και τώρα πάει , έφυγε και δεν πρόλαβες να το δεις. Μόνο το' νιωσες....
Έλεγε, ας πούμε, για τη λαϊκή, που πήγε και πήρε ντομάτες κατακόκκινες φωτιά, και ζουμερές ζουμερές σαν τη νταρντάνα τη Μαρία την απέναντι... και να σου το γέλιο πάλι, εκεί που εσύ έβλεπες τη Μαρία, ντομάτα και τη ντομάτα Μαρία, να σε προσγειώσει και να ξεκαρδιστείς. Σκέψου να σου περιέγραφε έργα θεατρικά και παραστάσεις μπαλέτου όπου πήγαινε συχνά, λόγω κόρης χορεύτριας.

Ο άντρας της ήταν καθηγητής πανεπιστημίου, παρακαλώ. Η ίδια δήλωνε απλή νοικοκυρά, αν και μόνο απλή δεν ήταν.
Τη θυμάμαι κάποια βράδια ντυμένη κοκέτα να έρχεται στο σπίτι για ένα τσιγαράκι μέχρι να φέρει ο Μάκης τ' αυτοκίνητο. Πώς γινόταν αυτή η μεταμόρφωση; Κραγιόν κόκκινο της φωτιάς πάντα. Και τα μάτια βαμμένα έντονα με μολύβι μαύρο και μάσκαρα πολύ. Και σκουλαρίκια μεγάλα γιατί τα μαλλιά τα είχε κότσο όταν έβγαινε. Κομμωτήριο δεν πήγαινε ποτέ. Τα μαλλιά της τα είχε πάντα μέχρι τους ώμους για να πιάνονται. Τα κούρευε μόνη της και δεν τα έβαφε ποτέ. Φορούσε μαύρα συνήθως για τα επίσημα ή τις βραδυνές εξόδους. Μαύρο ταγέρ, αλλά πάντα με το κάτι του... Θες δαντέλες στα μανίκια, θες σινουά λαιμόκοψη, θες μπουτονιέρα αέρινη και χειροποίητη, πάντα θα ξεχώριζε ακόμα και αν όλες οι γυναίκες της παρέας φορούσαν μαύρο ταγέρ. Και η γόβα, γόβα, δεν πα να πονούσε το γόνατο! Το μοναδικό άγχος της ήταν αν καθάρισε ο λιπαρός λεκές από το κερί στη φούστα. Γιατί πάντα το τσιγάρο το άναβε με το κερί. Στα τραπέζια τότε άναβαν κεριά, όχι για ατμόσφαιρα, όπως τώρα, αλλά για να διώχνουν τον καπνό από τα τσιγάρα. Αυτά τα κεριά χρησιμοποιούσε για να ανάψει το τσιγάρο της. Αποκλειόταν να ανάψει τσιγάρο όταν είχε τελειώσει τη φράση της. Σταματούσε την κουβέντα της στη μέση, έβαζε το τσιγάρο στα χείλη, τεντωνόταν να πάρει το κηροπήγιο και το έγερνε προς το μέρος της για να ανάψει. Σε κρατούσε αιχμάλωτο μέχρι να κατέβει ο καπνός στα πνευμόνια της και μετά συνέχιζε να λέει αυτό που έλεγε. Λερωνόταν συχνά με κερί γιατί συνήθως έγερνε πολύ το κηροπήγιο. Μα όσα χρόνια τη θυμάμαι, η κίνησή της αυτή δεν άλλαξε.

Τους κουραμπιέδες τους ράντιζε με ροδόνερο. Τα έπιπλά της τα γυάλιζε με κερί. Τα μόνα διακοσμητικά που έμπαιναν στο σπίτι της ήταν Γιαννιώτικα ασημικά σκαλισμένα στο χέρι. Τα τραπεζομάντιλα ήταν υφαντά και οι κουρτίνες βελούδο.
Φορούσε παλιά ινδικά φορέματα και είχε τα μαλλιά της ελεύθερα για να πάει στον μπακάλη. Φορούσε μαύρο ταγέρ με γόβες και τα μαλλιά ψηλά για να πάει στο θέατρο. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην την αναγνωρίσεις, είτε έτσι την έβλεπες, είτε αλλιώς. Όχι από την μεγάλη της ασχήμια.  Αλλά από τον αέρα της, την άνεσή της. Την ηρεμία και τη σιγουριά που έδειχνε σε κάθε βήμα της. Τη λάμψη ολοκλήρωσης στα μάτια της.

Αυτή είναι η γυναίκα που θα ήθελα να γίνω.
Η πιο άσχημη γυναίκα που γνώρισα ποτέ.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Παιδικές αναμνήσεις....

Μικρές είχαμε ένα ροζ γαϊδαράκο, λούτρινο. Μεγάλος ήταν, μπορούσαμε να ανεβαίνουμε πάνω του και να κάνουμε πως ιππεύουμε στα εύφορα χωράφια της...Ανδαλουσίας....
Τρίχες δηλαδή... Εγώ ήμουν η μεγάλη και είχα ήδη διαβάσει αρκετά βιβλία ώστε να μη μου αρκεί η περιορισμένη φαντασία των παιχνιδιών.
Έτσι κι αλλιώς ο γάιδαρος της αδελφής μου ήταν. Και έτσι κι αλλιώς εγώ παραήμουν βαριά για να τον ιππεύω...

Της τον είχε αγοράσει ένας φίλος του μπαμπά, ο Σπηλιώρης. Είχαμε πάει σε ένα πανηγύρι, δεν θυμάμαι πια που...

Ήταν μεγάλη η παρέα του πατέρα μου αλλά εκείνο το καλοκαίρι θυμάμαι να βγαίνουμε συνέχεια με δύο άλλα ζευγάρια, τον Σπηλιώρη και τη γυναίκα του και τον Αλέκο με τη Ζωή. 'Ήμασταν τα μόνα παιδιά στην παρέα, εγώ και η αδελφή μου. Γύρω στα 7 εκείνη, γύρω στα 9 εγώ. Τα παιδιά των άλλων ήταν μεγαλύτερα. Στην εφηβεία κάποια, κάποια ήδη φοιτητές... Οι γονείς μας παντρεύτηκαν μεγάλοι, πολύ μεγάλοι για τις εποχές εκείνες.
Στις παρέες τους η αδελφή μου ήταν πάντα η μασκότ. Χαριτωμένη, μικροσκοπική και αφελής όπως όφειλε να είναι κάθε παιδί. Εγώ ποτέ δεν ένιωθα άνετα μαζί τους. Ούτε κι αυτοί μαζί μου, νομίζω...

Ένα μεσήλικο παιδί, αυτό ήμουν πάντα. Το καμάρι των γονιών και των δασκάλων, αλλά αν το καλοσκεφτείς, λίγο τρομακτικό. Ιδιαίτερα σε μια παρέα μεσήλικων που δεν ήθελαν να μεγαλώσουν άλλο. Δεν είναι και λίγο να έχεις τα μάτια ενός εννιάχρονου κολλημένα πάνω σου όταν προσπαθείς να διηγηθείς ένα σόκιν ανέκδοτο ενώ έχεις πιει και λίγο παραπάνω.
Τώρα που το καλοσκέφτομαι, σαν θρίλερ θα πρέπει να με βλέπανε οι συγκεκριμένοι...
Εκείνο το καλοκαίρι, λοιπόν, για κακή τύχη όλων μας εκτος της αδελφής μου και...κάποιων άλλων... το περάσαμε σχεδόν όλο μαζί.
Ταξίδια, εκδρομές και νυχτερινές έξοδοι σε ταβερνάκια αλλά και δισκοθήκες... Τρελά 80'ς. Γιακάδες, βάτες, φλούο χρώματα και "διαγωνισμοί χορού" στις "ντίσκο" και τα "πατινάζ". Και μεις, τα τσορομπίλια απο κοντά. Το ένα να χορεύει και να λυγιέται και το άλλο να κοιτάζει σοβαρό σαν να καταλαβαίνει ήδη τα πάντα.

Το γάιδαρο τον είχε ζητήσει η αδελφή μου. Από τη στιγμή που της είπε ο Σπηλιώρης "διάλεξε κάτι να σου το πάρω, μικρή", ήταν ξεγραμμένος. Το ήξερα. Η αδελφή μου ό,τι θέλει το ζητάει έτσι κι αλλιώς, αν τη ρωτήσεις κιόλας τι θέλει, σ' έχει ξεφραγκιάσει.

"Θέλω αυτόν τον γάιδαρο!".

Ο Σπηλιώρης έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα! Ο δόλιος υπολόγιζε κανένα δαχτυλιδάκι με κόκκινη πετρούλα, καμιά πλαστική κούκλα με ροζ φουστάνι και υπνωτιστικά γαλάζια μάτια...
Έβγαλε το χέρι από τη δεξιά τσέπη του παντελονιού και το έβαλε στο μέρος της καρδιάς.
Στην τσέπη του πουκαμίσου κρατούσε τα χαρτονομίσματα...
Ο γάιδαρος ήταν τεράστιος, ροζ και απαλός.
Ο πατέρας μου προσφέρθηκε να τον πληρώσει ο ίδιος, αλλά το φιλότιμο δεν το επέτρεψε...
Δεν ήταν δα και μπατίρης, ο Σπηλιώρης, εργολάβος ήταν και μάλιστα με πολλές δουλειές. Τότε οι πολυκατοικίες πουλιώνταν από τα σχέδια ακόμα, πριν καν πέσουν τα μπετά...Και πλήρωσε.


Εκτός από μένα, η άλλη παράταιρη της παρέας ήταν η μάνα μου. Βέβαια η μάνα πάντα και παντού παράταιρη νιώθει. Πόσο μάλλον τότε ανάμεσα σε ανθρώπους γλεντζέδες, γυναίκες άνετες και ελεύθερες που δεν αναρωτιόνταν τι θα μαγειρέψουν αύριο, ούτε τι θα φάνε τα παιδιά. Σήμερα γελούσαν, χόρευαν, έπιναν, έτρωγαν χωρίς υπολογισμούς. Κι όταν ερχόταν η ώρα να σκεφτούν τα υπόλοιπα και πάλι μέσα έπεφταν...

Αν με ρωτήσεις σήμερα, τι άνθρωποι ήταν αυτοί...θα σου πω άνθρωποι-παιδιά. Άνθρωποι που περνούσαν καλά σήμερα και πλήρωναν αύριο. Και κάποιες φορές πλήρωναν πιο ακριβά από ότι έπρεπε.
Αν με ρωτήσεις τι κοινό είχε ο πατέρας μου μαζί τους, θα σου πω την ανάγκη να διασκεδάσει. Νομίζω πως εκείνη την εποχή έκανε διακοπές διαρκείας. Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τίποτα!. Η δουλειά του πήγαινε καλά, τα παιδιά του ήταν πολύ μικρά για να ανησυχεί για το μέλλον τους, είχε ένα σπίτι όμορφο, μια τακτική γυναίκα, μια τακτοποιημένη ζωή. Ήθελε να χαίρεται.
Αν με ρωτήσεις γιατί μ' αυτούς, θα σου πω γιατί αυτοί διασκέδαζαν χωρίς έννοιες.
Η μάνα δεν είχε κανένα κοινό μαζί τους. Θεωρούσε τη διασκέδαση επιπολαιότητα, οι μουσικές και οι χοροί της φαίνονταν χυδαίοι, το ξενύχτι αμαρτία, για να μην πω παράβαση νόμου που λέει ότι μόνο οι εγκληματίες δεν βρίσκονται στο κρεββάτι τους μετά τις 10,00. Υπερβολική πάντα!!!
Κάποια στιγμή, όταν ήμουν πια μεγάλη, μου είπε πως εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου είχε σχέσεις με τη γυναίκα του Σπηλιώρη...

Όσο κι αν κοιτούσα τότε, δεν θα μπορούσα να καταλάβω τα μυστικά των μεγάλων. Την ειρωνεία της κατάστασης, τις κρυφές πληγές τους. Ένα παιδί ήμουν, τελικά.
Εκείνο το καλοκαίρι, κάποιοι πέρασαν καλά, κάποιοι προβληματίστηκαν, κάποιοι πληγώθηκαν, κάποιοι παραγκωνίστηκαν.
Μεγαλώσαμε όλοι όμως... και δεν ξαναβρεθήκαμε ποτέ όλοι μαζί...

"Και πώς θα τον βγάλεις το γάιδαρο;"
"Σπηλιώρη θα τον βγάλω, βέβαια! Αφού εσύ μου τον πήρες, θα του δώσω το όνομά σου..."

Το επόμενο καλοκαίρι η ροζ γούνα του Σπηλιώρη ξεχώριζε ανάμεσα στα χόρτα της πίσω αυλής, βρώμικη, μουχλιασμένη. Για τη γιορτή της η αδελφή μου είχε ζητήσει ένα ποδήλατο από τη νονά της.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Δεν έχω τίποτα να πω...

Χωρίς να έχω κάτι να γράψω, πληκτρολογώ.
Έκανα μια βόλτα στα ιστολόγια που παρακολουθώ και σε κάποια άλλα, τυχαία!
Και πάλι δεν έχω κάτι να σχολιάσω.
Μου φαίνεται πως συμφωνώ με όλους, αλλά δεν έχω καμία διάθεση ν'ανοίξω το στόμα μου.
Φαντάζομαι τον εαυτό μου να κάθεται την όχθη ενός ποταμού και να χαζεύει το ρεύμα. Κάποια κινέζικη παροιμία δεν λέει οτι αν το κάνεις αυτό για αρκετό καιρό, θα δείς το πτώμα του εχθρού σου να περνάει;
Αλλά εγώ δεν έχω εχθρούς, όποιος θα μπορούσε να είναι εχθρός μου απλά μου είναι τόσο αδιάφορος, που καταλήγει ανύπαρκτος.
Μάλλον πρέπει να σηκωθώ το γρηγορότερο απ'αυτή την όχθη, πριν περάσει κανένα πτώμα που δεν θα είναι εχθρός μου...