Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Ιστορίες της νύχτας - Νυχτερινή πτήση.

http://i.ytimg.com/vi/hQQObD0BkY0/maxresdefault.jpg
- Νύσταξα...
- Κι εγώ... Τι ωραία που περάσαμε! Υπέροχα... Να 'ναι καλά ο Βύρων που μας τα κανόνισε...
- Κορίτσια, νιώθω σαν διασημότητα, σαν ηθοποιός του Hollywood. Έτσι θα τα περνάνε κι αυτές... Πολυτέλεια, ευγένεια, περιποίηση... Βασίλισσες μας έχουν.
- Άντε, λοιπόν, ας αποσυρθούμε στη βασιλική μας καμπίνα για το βασιλικό μας ύπνο... Αύριο φτάνουμε... Τελειώνουν τα παραμύθια.
- Πηγαίνετε εσείς, εγώ θα μείνω λίγο. Κατά τις δωδεκάμιση φτάνουμε στο πρώτο λιμάνι. Το καράβι του Βύρωνα θα φορτώνει εκεί. Θα μείνω να το δώ.
Χαμογέλασαν τα κορίτσια...
- Σε μόνιμες διακοπές η φιλενάδα μας... Σε μόνιμο παραμύθι... Καληνύχτα, λοιπόν...

Κατέβηκα στο σαλόνι. Έκανα μια βόλτα, βγήκα στο κατάστρωμα. Μπουνάτσα, λάδι η θάλασσα κι ο ουρανός ανοιχτός σαν να ξεμακραίνει και να απλώνεται συνεχώς. Ένας θόλος διάστικτος απο φωτεινά σημάδια, γαλαξίες, συμπλέγματα αστεριών που περιδινίζονται.  Κι ένα φεγγάρι να μεγαλώνει νύχτα με τη νύχτα. Θάλασσα κι ουρανός ανταλάσσουν τα όριά τους, ανταλάσσουν τα αστέρια τους... Πάρε εσύ έναν προβολέα, δώσ' μου ένα μικρό αστέρι, σου δίνω έναν σπειροειδή γαλαξία και θέλω το λιμάνι σου με όλες τις αντανακλάσεις του.
Είναι υπέροχη η αίσθηση να βρίσκεσαι τη νύχτα σ' ένα πλοίο στη μέση της θάλασσας, στη μέση του σύμπαντος. τα πάντα κινούνται, περιστρέφονται, ταξιδεύουν κι εσύ μαζί τους, ένα μ΄αυτά. Την ίδια στιγμή παρατηρητής και ήρωας. Ένιωθα να αιωρούμαι, έτοιμη να ανοίξω τα χέρια και να ενωθώ με όλα...

Ένα απόκοσμο φώς άρχισε να φαίνεται στα δεξιά του πλοίου, σαν να ερχόταν η ανατολή, μα ήταν ακόμα μεσάνυχτα. Ένα σύθαμπο στην αρχή και μετά ξεκάθαρα οι προβολείς της προβλήτας και τα πιό θαμπά φώτα των δρόμων, το λιμάνι αναδυόταν μεσ' απ το σκοτάδι, μαγικά.

Μπήκα ξανά στο σαλόνι και βρήκα ένα φίλο κοινό, συνάδελφο του Βύρωνα. Πιάσαμε  ψιλοκουβέντα μέχρι να περάσει η ώρα και να πέσει η άγκυρα.

- Να κατέβω μαζί σου στον καταπέλτη;
- Άντε, έλα...

Κάτω απο τους προβολείς του λιμανιού η νύχτα έγινε μέρα, φωνές, μηχανές, μπετά και λαμαρίνες, η νύχτα τελικά δεν ήταν τόσο σιωπηλή....
Το καράβι του Βύρωνα εμφανίστηκε μεγαλόπρεπα και έδεσε τρείς ντόκους μακριά. Ο Βύρων θα ήταν στον καταπέλτη τώρα και θ' άρχιζε τη φόρτωση. Αυτοκίνητα, φορτηγά και επιβάτες θα εξαφανίζονταν στην κοιλιά των πλοίων και ο Βύρων θα έφευγε για το λιμάνι απ' όπου είχα ξεκινήσει εγώ κι εγώ θα έφευγα για το λιμάνι απ' όπου είχε ξεκινήσει εκείνος.
Για μισή ώρα μέσα  στη νύχτα τα πλοία μας συναντήθηκαν σ' αυτό το ενδιάμεσο λιμάνι και μετά το καθένα θα συνέχιζε το ταξίδι του.

Ο ύπαρχος με είδε που κοίταζα πέρα... Με κοίταξε με νόημα. Ήξερε κι αυτός τον καημό μου, τόσα χρόνια αυτός ο λιμανίσιος έρωτας μου δεν κρυβόταν. Δεκαοκτώ χρονών ήμουν όταν ξεκίνησα τα δρομολόγια, τα ταξίδια, την αναμονή. Και τώρα με σχεδόν τα διπλά χρόνια στην πλάτη μου, η αγωνία να τον δώ δεν είχε ησυχάσει.

- Να πάω; Προλαβαίνω;, τον ρώτησα κι ένιωθα τα μάτια μου να ικετεύουν σαν του κουταβιού...

Σχεδόν την άκουσα τη βλαστήμια που είπε απο μέσα του. Μα τα δικά του μάτια χαμογελούσαν πονηρά και ευχαριστημένα. Το περίμενε πως θα τον ρωτούσα, πως θα ζητούσα να δω το Βύρωνα... μας ήξερε τόσα χρόνια κι αυτός...

-Βιολίδα, μου λέει, σε δέκα λεπτά φεύγω και δεν περιμένω...

Και δάγκωνε το μουστάκι του.

- Σ' αγαπώωωω, του φωνάζω και του πετάω ένα φιλί με τα δυό μου χέρια. Καμία σοβαρότητα! Ήμουν πάλι δεκαοχτώ κι έτρεχα μες στο λιμάνι για μια ματιά ένα γειά, ένα φιλί...
Έτρεχα μπροστά απο τα σταματημένα φορτηγά, δίπλα μου το μαύρο νερό αντανακλούσε τ' αστέρια, είχα ήδη αφήσει μια νησίδα φωτός κι έτρεχα μεσ' το σκοτάδι προς έναν άλλο φωτεινό πλανήτη, αυτόν του Βύρωνα. Ταξίδευα στο σύμπαν πετώντας κι ασθμαίνοντας.

Η απόσταση  που χώριζε  τα δυό καράβια δεν ήταν μεγάλη, τετρακόσια- πεντακόσια μέτρα το πολύ. Μα κι εγώ δεν ήμουν πιά παιδάκι. Λαχάνιασα, σταμάτησα και κοίταξα πίσω, στο δικό μου φωτεινό πλανήτη. Για μια στιγμή φοβήθηκα οτι  θα έβλεπα και τους δύο καταπέλτες να σηκώνονται, τα δύο βαπόρια να σαλπάρουν κι εγώ να μένω εκεί , στο σκοτάδι, μόνη ανάμεσα στα θεόρατα μηχανήματα...
- Άν γίνει αυτό, θα δώ τι θα κάνω, σκέφτηκα. Και ξανάβαλα την τρεχάλα.

Πέρασα ανάμεσα στ' αυτοκίνητα που περίμεναν στην ουρά για την επιβίβαση. Ο Βύρων τα σταματούσε, έπαιρνε τα εισιτήρια, τα έλεγχε, τα επέστρεφε και το αυτοκίνητο επιβιβαζόταν. Δεν είχα ανάσα για να φωνάξω κι έτσι δε με είδε παρά μόνο όταν έφτασα δίπλα του. Δεν μίλησε, με κοίταξε έκπληκτος και μ' έναν αναστεναγμό μ' αγκάλιασε. Μ' έσφιξε πάνω του κι εγώ ανάσανα βαθειά.

Το σύμπαν σταμάτησε να περιστρέφεται  κι ένιωσα τα πόδια μου να γατζώνονται στο έδαφος και το σώμα μου να γίνεται ένα με το σώμα που αγκάλιαζα, να βγάζουμε ρίζες και κλαδιά που ανθίζουν, φυλλώνουν, απλώνονται. Κι εμείς ενωμένοι στον κόσμο αυτού του τεράστιου δέντρου που απλώνεται κι ανοίγει παντού κι όσο τα κλαδιά απλώνονται τόσο ο κορμός δυναμώνει, γίνεται συμπαγής, αδιαίρετος.

Ο Βύρων με φίλησε και η μαγεία εξαϋλώθηκε. Τα ανθάκια του δέντρου μας έγιναν αστέρια και κάτω απο τα πόδια μας αρχίσαμε να νιώθουμε ξανά τις δονήσεις απο το βάρος των τροχών και τα μαρσαρίσματα των αυτοκινήτων. Ξαναγυρίσαμε στη νύχτα.

Το 'σκασα πάλι τρέχοντας για να επιστρέψω στο πλοίο μου. τώρα ήμουν ήρεμη. Έβλεπα απο μακριά τα φορτηγά που περίμεναν να επιβιβαστούν και ήξερα πως έχω αρκετό χρόνο στη διάθεσή μου. Δεν λαχάνιαζα πιά, ήμουν δυνατή.

Όταν έφτασα, κούνησα το χέρι στον ύπαρχο, να δεί οτι γύρισα. Ανέβηκα στην καμπίνα. Τα κορίτσια κοιμόνταν τον ύπνο του δικαίου, είχαμε περάσει ένα υπέροχο τριήμερο.
Κατέβηκα ξανά στο γραφείο του φίλου μας. Συζήτησα μαζί του για τα προβλήματα της δουλειάς. Για την ακρίβεια, εκείνος μιλούσε κι εγώ άκουγα. Αυτό είχε ανάγκη εκείνος, κάποιον να μιλήσει.

Εγώ δε χρειαζόμουν τίποτα πιά. Ήμουν πλήρης.






5 σχόλια:

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ....! είπε...

Με ταξίδεψε η ιστορία σου!
Ειδικά στο σημείο της αγκαλιάς....το περιγράφεις τόσο ωραία που μου ξύπνησες όμορφες μνήμες :)
Καλή συνέχεια!

pylaros είπε...

Μια όμορφη ρομαντική ιστορία, γεμάτη αγάπη,
Όμως η ζωή του ναυτικού είναι τόσο μοναχική, τόσο συνδεδεμένη με τα στοιχειά της φύσης, "προπαντός οι ναυτικοί στα φορτηγά ποντοπόρα πλοία όπου τα ταξίδια εν πλω διαρκούν 40 μέρες και' ώστε λαχταρά μια ανταπόκριση, μια ανθρώπινη θωπεία, ένα δείγμα αγάπης, ένα χαμόγελο, ένα σφίξιμο, ένα μήνυμα ότι κάποια τον περιμένει του είναι τόσο δύσκολο να αισθανθεί... πλήρης

η δική ιστοριούλα προσγειωμένη σε μια ναυτική τεχνολογία της ακτοπλοΐας των ferryboat, αληθινή αυθόρμητη.
Με συγκίνησε

Γαβριήλ

Maria Kanellaki είπε...

Τι ωραία πτήση στ' αστέρια!
Πολύ μου άρεσε ο συνδυασμός λιμανιού και "αεροδρομίου".
Απογειώθηκα κι εγώ απ' την ένταση της ιστορίας σου Ερμίνα.
Κι ας μου άφησε στο τέλος μια γλυκόπικρη γεύση κι ένα "λαχάνιασμα" απ' το τρέξιμο...
Καλό σου βραδάκι!

airis είπε...

Ερμίνα μου μαγεύτηκα!
Ταξίδεψα μαζί σου, λαχάνιασα, στροβιλίστηκα στην αγκαλιά του έρωτα και μετά γαλήνεψα! Με αυτή την πληρότητα στο τέλος!
Να'σαι καλά κοπέλα μου!

Υπέροχη η Ιστορία σου! Είμαι σίγουρη ότι στο μέλλον έχουμε να διαβάσουμε κι άλλες ομορφιές από τα χεράκια σου♥

Hermine είπε...

Καλό μήνα σε όλους! Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια, νιώθω οτι μπήκα σε μια πολύ ωραία παρέα!