Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Λίγες ώρες αργότερα....

Όλο το βράδυ χόρευα με τη χαρούμενη συντροφιά μου..... Κάποιοι έδιναν παραγγελιές και έβαζαν κολλαριστά χαρτονομίσματα στις τσέπες των οργανοπαιχτών. Οι υπόλοιποι χόρευαν στο ρυθμό, πότε πηδώντας ψηλά, πότε κάνοντας μικρά βήματα μπρος-πίσω, πότε σχηματίζοντας μεγάλους κύκλους και πότε ζευγάρια. Η ορχήστρα έπαιξε τα πάντα με κέφι κι άλλαζε ρυθμό κάθε φορά που οι χορευτές φαίνονταν να κουράζονται ή να χάνουν το κέφι τους.


'Ένιωθα μια περίεργη ζάλη.  Είχα πιει και κρασί.... Τη μια στιγμή το κεφάλι μου ήταν βαρύ και τα μάτια μου έκλειναν...και ξαφνικά ένιωθα ελαφριά σαν πούπουλο, έτοιμη να πετάξω ελεύθερη και χαρούμενη... Είχα ξεχάσει τις ιστορίες για τους ανθρώπους της ρεματιάς, δεν σκεφτόμουν τίποτα...
Η νύχτα ήταν ζεστή και το μόνο που ήθελα ήταν να χορεύω, να είμαι χαρούμενη, να δέχομαι το ακίνδυνο φλερτάρισμα των συντρόφων και να αφήνω να πλανιούνται γύρω μου ψεύτικες υποσχέσεις για περιπέτειες που δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ, για παραμύθια όπου το "και έζησαν αυτοί καλά..." θα ερχόταν λίγο πριν το ξημέρωμα και όλοι θα πηγαίναμε για ύπνο εξαντλημένοι, μόνοι στα μονά κρεβάτια μας.....
Κάποια στιγμή, πάνω από τον ώμο του αδιάφορου καβαλιέρου μου, το βλέμμα μου μάκρυνε, πλανήθηκε πέρα από τα φώτα της πλατείας. Προσπαθούσα να ξεκουράσω τα νυσταγμένα μάτια μου κοιτώντας μακρυά, αφήνοντας τα να κοιτάξουν τα αχανή σκοτάδια της νύχτας που σε λίγο θα τελείωνε.
Ακούμπησα το μάγουλό μου στο πέτο του και έκλεισα τα βλέφαρα για μια στιγμή. Όταν τα άνοιξα ξανά, πάγωσα. Η καρδία μου αναπήδησε από τρόμο και έκπληξη. Ο καβαλιέρος μου δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να με οδηγεί σ' ενα αργόσχολο κι αδιάφορο μπλούζ.
Το μυαλό μου καθάρισε ξαφνικά κι ένιωσα φρέσκια και διαυγής σαν να ξυπνούσα απο ύπνο βαθύ και αναζωογονητικό. Τον σκούντηξα και του έδειξα το φωτεινό σημείο στη ρεματιά που τόσο με τάραζε...
Κοίτα, κάτι γίνεται εκεί κάτω....
Μμμμ...Σσσσ μη σσσκέφτεσσσαι τίποτα, εσσσύ κι εγώ....
Ξαφνικά το μυαλό μου καθάρισε. Τον κοίταξα καθώς συνειδητοποιούσα έντρομη πώς ότι άκουγα όλο το βράδυ δεν ήταν τίποτ' άλλο απο συριστικά σύμφωνα βαλμένα σε άψυχες φράσεις. Φράσεις δίχως νόημα που δεν απαντούσαν σε καμία απο τις δικές μου. δεν είχα μιλήσει με κανέναν όλο το βράδυ, κανείς δε μου είχε μιλήσει. άκουγα ομιλίες μπερδεμένες με τη μουσική και με άλλες ομιλίες, μα ήταν μόνο φωνές... Δεν αναγνώριζα κανέναν από τον κόσμο στην πλατεία. Μου φαινόταν σαν να μιλούσαν γλώσσες ακατάληπτες, με λέξεις ελληνικές αλλά με άγνωστο συντακτικό ή πιο σωστά σαν να μιλούσε ο καθένας μόνος του, απαντώντας στον εαυτό του, ακολουθώντας στιχομυθίες χωρίς νόημα.
Σταμάτησα το βήμα μου. Δεν μπορούσα να συνεχίσω, ήθελα να φύγω από εκεί το συντομότερο. Ήθελα να βρεθώ κάτω απο τα σκεπάσματά μου, να κουκουλωθώ και να ξυπνήσω καταμεσήμερο μιας καινούριας μέρας, φωτεινής, χωρίς σκοτάδια. Να βγω και να πώ καλημέρα σε κόσμο που θα μου απαντούσε με τις συνηθισμένες πολυκαιρισμένες φράσεις. Που θα τσακωνόταν και θα έβριζε, που θα παζάρευε και θα αρνιόταν. Που θα φώναζε τα παιδιά κι εκείνα θα αδιαφορούσαν παίζοντας και μετά θα γυρνούσε στο διπλανό να παραπονεθεί για την αδιαφορία των νέων και να αναπολήσουν μαζί τα νιάτα τους λέγοντας αρχαίες ιστορίες.
Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κάποιοι χόρευαν, κάποιοι πλήρωναν, κάποιοι έπαιζαν μουσικοί και κάποιοι ετοιμάζονταν να φύγουν. Ήθελα να φύγω κι εγώ μα δεν τολμούσα να πάρω μόνη μου τα στενά μέχρι το σπίτι. Μου ήταν αδύνατο να πάρω τους σκοτεινούς δρόμους που οδηγούσαν σπίτι μου. Φοβόμουν τις φωτιές που είχα δεί στη ρεματιά, μα τώρα φοβόμουν και το πολύχρωμο και ζωηρό πανηγύρι που είχε πια τη νοσηρή ενέργεια και την κενή λάμψη της τρέλας.

Μια πόρτα έστεκε μισάνοιχτη και άφηνε να φανεί μια φωτισμένη σκάλα σε ένα από τα σπίτια της πλατείας. Κάποιοι ιδιοκτήτες, κυρίως αυτοί που είχαν μεγάλα παιδιά που θα πήγαιναν στο πανηγύρι με τις παρέες τους, ετοίμαζαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν αυτές τις παρέες των νεαρών που κατα κανόνα θα έφευγαν τελευταίοι απο την πλατεία εξαντλημένοι και μεθυσμένοι. Άφηναν τις πόρτες ανοιχτές, στα κατώγια στρωμένες φλοκάτες και σε μια γωνιά νερό, ψωμί, ελιές, καφέ και ζάχαρη. Ήταν μια παράδοση που είχαν βρει απο τους δικούς τους γονείς κι αυτοί απο τους δικούς τους. Στο πέρασμα του χρόνου τα πρόσωπα που καθρεφτίζονταν στα τζάμια των παραθύρων μεγάλωναν γερνούσαν κι άλλαζαν κι όμως έμεναν πεισματικά ίδια, τόσο που αν ξεχνιόσουν και κοίταζες μπορεί να έβλεπες τη μητέρα σου δεκαεφτάχρονη να κοιμάται πιό κεί, το μπακάλη αδύνατο και αμούστακο να μασουλάει αχτένιστος μια μπουκιά ψωμί και να σου προσφέρει μια φέτα με μέλι μέσα απο το θολό τζάμι.

Το να βρεθώ ανάμεσα στις θολές αντανακλάσεις του παρελθόντος μου φαινόταν έξαφνα το μόνο λογικό πράγμα. Το μόνο ασφαλές. Άφησα το χέρι του καβαλιέρου μου. Εκείνος φάνηκε να μου λέει κάτι... φφφφ....σσσσ...αααα.....
Γλίστρησα στο φωτισμένο διάδρομο και έριξα μια ματιά πίσω μου. Είχε ένα κορίτσι στην αγκαλιά του. Ένα κορίτσι που μου έμοιαζε πολύ. Ξάπλωσα κολλητά στον τοίχο και πριν προλάβω να σκεφτώ τίποτα, αποκοιμήθηκα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου