Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Βόλτα

Ήταν πολύ όμορφο το πρωινό και αφού είχα πιει τον καφέ μου και διάβασα αρκετές σελίδες από το βιβλίο μου, είπα να πάω μιά βόλτα...
Έβλεπα από μακριά τη θάλασσα να στραφταλίζει κάτω από πεντακάθαρο ουρανό, άνοιξη, τα πουλιά χορωδία και τ' αεράκι δροσιστικό , έβγαλα την απόφαση να πάω προς παραλία.
Βούτηξα το ψαθάκι μου και δυο στροφές τραγουδιστές και να μαι!
Πήρα το μονοπάτι που περνούσε απ' τα χωράφια. Μ' άρεσε να κοιτάζω γύρω γύρω... Γιορτή, και ανυπομονησία για το καλοκαιράκι που είχε ήδη στείλει τα χαιρετίσματα Μυρωδιές από χόρτα ξερά και χώμα που τα 'χε ρουφήξει τα νερά του και τώρα το μυζούσαν βλαστάρια βυζανιάρικα, νεούδια μοσκομυριστά.
Και ποιος να δουλέψει στα χωράφια.... Θες το ψαθάκι, θες το κόκκινο το φουστάνι μου, θες τα μπανιερά στην τσάντα, πριν καλοστρίψω στην πεζούλα, είχα παρέα κάμποσα φιλαράκια.
Γέλια, φωνές, κουβέντες, τα σκάσαμε τα πουλιά, τους πήραμε τη δόξα και πετούσαν μακριά απ' όπου περνούσαμε....
Η ψυχή μου γελούσε. Η λιακάδα είχε τρυπώσει και φώτιζε το μέσα μου. Τα παιδιά γίνανε δυάδες να περάσουμε το μονοπάτι το στενό. Κρατήθηκαν από το χέρι κι ακούμπησαν τους ώμους, αλλά τα γέλια και τα τραγούδια δεν σταμάτησαν. Και μετά που πλάτυνε το μονοπάτι...τα χέρια δεν αφέθηκαν, και οι ώμοι δεν ξεμάκρυναν, και το κόκκινο φουστάνι μου να χαϊδεύει ένα αγορίστικο γόνατο, και η καρδιά μου να χορεύει και να φτεροκοπά.
Δυο είπαν να λοξοδρομίσουν για το πηγάδι, να γεμίσουν τα παγούρια με νερό, τους βλέπαμε από ψηλά και να σου τα γέλια και τα πειράγματα... άλλοι δυο πιάσανε το χορό και δύο βήματα μπρος, ένα πίσω, καθυστερούσαν
"'Έβαλε ζέστη" είπα, και με ρώτησε αν θέλω να πάμε από το δάσος για πιο δροσιά... "Ναι, είπα, θα φτάσουμε και πιο γρήγορα στην παραλία". Είπε πως πάντα του άρεσε η θάλασσα, αλλά είχε πολύ δουλειά στο ύψωμα. Την έβλεπε από κει ψηλά και την καμάρωνε, φανταζόταν το νερό να τον δροσίζει και καιγόταν διπλά στο λιοπύρι το καλοκαίρι. "Ελα μαζί μου, του είπα, θα σου δείξω το δρόμο και θα έρχεσαι όσο συχνά θέλεις". Συμφώνησε αλλά μου ζήτησε να περάσουμε από το ποτάμι να σφίξει τα δεσίματα στο γεφυράκι.
Λοξοδρομήσαμε μέσα στο πράσινο και ήταν τόσο όμορφα να μιλάμε και να περπατάμε ανάμεσα στα δέντρα...
Φτάσαμε στο γεφύρι, και πήγα μια βόλτα για να μαζέψω λουλούδια και βατόμουρα.
Όταν γύρισα στο γεφύρι τον είδα στην αντικρινή πλευρά. Του φώναξα και μου είπε να το περάσω το γεφύρι. "Δεν θα πάμε στη θάλασσα;" ρώτησα, και μου είπε ναι και βέβαια μα θα χρειαζόμασταν νερό και υπήρχε μια πηγή εκεί κοντά. Ευκαιρία ήταν...
Πέρασα το γεφύρι τρέχοντας για να βρεθώ κοντά του. Με πήρε από το χέρι και βγήκαμε ξανά σε ένα μονοπάτι που περνούσε από χωράφια.
Έριξα τη ματιά μου κατά τη θάλασσα και είπα "Απομακρυνόμαστε, μην αργήσουμε, ας μή χάσουμε τέτοια όμορφη μέρα". Με κοίταξε και είπε να μην είμαι κουτή, η θάλασσα δεν φεύγει από κει που είναι, ας τελειώσουμε τις δουλειές μας και θα πάμε.
Θύμωσα λίγο και είπα "Σήμερα είναι μέρα γιορτινή, δεν έχω δουλειές γιατί χθες δούλεψα διπλά. 'Ελα, ας μη χάσουμε τον ήλιο, αύριο τελειώνει η σχόλη και θα γυρίσουμε ξανά στη δουλειά". Μου χαμογέλασε και είπε ότι σε δυο λεπτά δρόμο θα φτάσουμε στη διχάλα που οδηγεί στη θάλασσα.
Και όταν φτάσαμε, η χαρά μου ήταν τέτοια που έστριψα και άρχισα να τρέχω γελώντας και λαχανιάζοντας.
Ξαφνικά ανοίχτηκε μπροστά μου ένα έλος!!! Κατατρόμαξα και σχεδόν έπεσα μέσα. Γύρισα να τον δω και με περίμενε δυο βήματα πίσω. Τον κοίταξα με τρόμο, θυμό και απόγνωση. "Πού με πας;"
Ζήτησε συγνώμη χίλιες φορές, είπε πως το ήξερε ότι υπήρχε βάλτος αλλά νόμιζε πως θα είχε στεγνώσει, πως ήμουν τόσο χαρούμενη που δεν μπορούσε να μου πει πως φοβάται τη θάλασσα, πως ήθελε να είναι προετοιμασμένος για όλα όσα θα μπορούσαν να του συμβούν εκεί, πως μια μέρα ήταν στο κάτω κάτω και όταν θα ζέσταινε ο καιρός θα μπορούσαμε να πάμε. Είπε πολλά, είπε ότι με αγαπάει, αλλά εγώ ήθελα να φύγω. Δεν ήξερα πως να γυρίσω πίσω και ήμουν ήδη πολύ κουρασμένη. Τον ακολούθησα ξανά μέχρι τη διχάλα. Η φτερωτή ψυχή μου ήταν ήσυχη, σαν να κλωσούσε πιτσιλωτά αυγουλάκια σε μια φωλιά στην κορφή ενός δέντρου. Δεν φτεροκοπούσε πια, αλλά κάτι περίμενε....
Και ήξερα πως όταν φτάναμε στη διχάλα του δρόμου....

Δεν υπάρχουν σχόλια: